Σήμερα ξύπνησα από τις πέντε τράβηξα τα παντζούρια και είδα το χιόνι να πέφτει πυκνό .
Έφυγα , δεν μπορούσα με τίποτα να κάθομαι στον καναπέ και να χάσω το πανηγύρι που έχει στήσει η φύση δίπλα μου.
Φόρεσα τον «λύκο μου» , κασκόλ , γάντια και δρόμο . Στο δρόμο το χιόνι ήταν ψιλοστρωμένο αλλά στο χωριό το είχε στρώσει καλύτερα .
Αντικρίζοντας τα πρώτα σπίτια θυμήθηκα τα ακούσματα της αξέχαστης Σοφίας Βέμπο :«χωριό μου χωριουδάκι μου»
Μόλις έφτασα στο περιβόλι τα καημένα τα ζωντανά με περίμεναν όλα μαζί .
Κότες , χήνες , γαλλιά , πρόβατα ,σκυλιά όλα μαζεμένα χοροπατούσαν πίσω από την πόρτα του περιβολιού .Οι γάτες είχαν σκαρφαλώσει στον τοίχο και είχαν βγει στον δρόμο . Μόλις μπήκα σο περιβόλι άρχισαν να κουτρουβαλιάζονται δίπλα μου ανακατεύονταν και ποδοπατιόνται .
Τα πρόβατα ,μου δάγκωναν και μου τραβούσαν το μπουφάν ,τα γαλλιά μου τσίμπησαν τις μπότες , οι χήνες ανοίγοντας τα φτερά τους πετούσαν σαν τρελές από την μια άκρη του περιβολιού ως την άλλη , τα κοκόρια και οι κότες τσακώνονταν πιο θα είναι πιο κοντά μου , "μαύρος" μου γαύγιζε ανυπομονώντας να φάει .
Όλοι μαζί ένα μπουλούκι ανακατεμένοι και ποδοπατώντας το ένα είδος το άλλο κατευθυνθήκαμε προς την αποθήκη που έχω τις τροφές και είναι παράλληλα κοτέτσι και στέγαστρο για τα πρόβατα .
Ένα ένα τα ζωντανά μου έπαιρνε το μερίδιο του και ησύχαζε .
Αφήνω τον "μαύρο" πάντα τελευταίο . Αφού τάισα και αυτόν μπίκα στο τροχόσπιτο έφτιαξα ένα τσάι και περίμενα να τελειώσει ο "μαύρος" το φαγητό του.
Πήρα την γλίτσα μου φορτώθηκα το σακίδιο μου, του σφύριξα και ξεκινήσαμε για την καθιερωμένη μας βόλτα .
Το χιόνι έπεφτε δίπλα μου πυκνό, ο "μαύρος" έτρεχε προσπαθώντας μάταια να πιάσει τις χιονονιφάδες .
Κοίταξα γύρω μου, η φύση άδεια δεν κυκλοφορούσε ψυχή , ούτε άνθρωπος ούτε ζώα.
Θυμάμαι πριν τριανταπέντε χρόνια που έφυγα στο χωριό μας υπήρχαν εκατοντάδες ζώα αν όχι χιλιάδες . Κοντογιωργαίοι Καλλιωραίοι ,Κουτραίοι , Κουκουλαίοι , Δρουγαίοι , Παλιαλεξέοι , Τσαμαδαίοι , Χοντρογιαναίοι , Μπαλαφουταίοι ,Λιγκαίοι, Κοτσαναίοι και πολλοί άλλοι με εκατοντάδες πρόβατα ή γίδια ο καθένας . Σήμερα πια η φύση είναι άδεια και κρύα όπως το χιόνι που πέφτει πυκνό δίπλα μου.
Τέτοια εποχή τα κοπάδια είχαν αφήσει τα ψηλά βουνά και είχαν μαζευτεί στον κάμπο ,στα χειμαδιά .
Παντού αντιλαλούσαν τα βελάσματα και κουδούνια από πρόβατα και τα γίδια ,χλιμιντρίσματα αλόγων και γαιδάρων ,γαυγίσματα σκύλων , νιαουρίσματα , κακαρίσματα απο κότες , πάπιες ,χήνες , περιστέρια κλπ .
Όπου και να πήγαινες υπήρχε ζωή , είτε στο βουνό είτε στον κάμπο και την νύχτα ακόμη η φύση έσφυζε από ζωή , υπήρχε κόσμος, στους λόφους, στα βουνά και στον κάμπο .
Θυμάμαι λιανοπαίδια εμείς ακόμη βγαίναμε και απολαμβάναμε το χιόνι που έπεφτε παίζοντας .
Με τις φωνές μας σηκώναμε τον κόσμο .
Πολλές φορές έβγαινε ο Γεροτσαμαδίνα και μας παρακαλούσε να μην φωνάζουμε γιατί ο Μπαρπακώστα ο Τσαμαδιάς κοιμόταν επειδή όλο το βράδυ ήταν στον σκάρο .
.
Κάθε οικογένεια είχε τα ζωντανά της για να μπορεί να κάνει τις δουλείες της .
Άνθρωποι και ζωντανά ήταν συνδεδεμένοι και αλληλεξαρτώμενοι σε μια κοινωνία καθαρά ελληνική σφυρηλατημένη από φωτιά , σίδερο , ιδρώτα , αίμα και ανθρωπιά . Ξαφνικά όλα αυτά χάθηκαν. Μια κουλτούρα χιλιετηρίδων εξαφανίστηκε για χάρη του «πολιτισμού» .Έτσι τον είπαν κάποιοι επειδή έτσι τους βόλευε .
Μέσα στο πυκνό χιόνι ανέβηκα στην Καμπζόραχη για να παρατηρήσω την περιοχή από ψιλά .
Η μαγεία του τοπίου μου έφερε μια παλιοσυνήθεια το «γλυκοσφύριγμα»
Ωρε Γιώργου μ'' τα χιόνια λιώσανε
Και τα πουλιά το λένε
Και εσύ Γιώργου μ' χάθηκες
στη φυλακή ,στα σίδερα δεμένος
Ωρε κόψε Γιώργουμ' τα σίδερα
και έλα στην αγκαλιά μου
ωρέ μου λεν Γιωργούμ να σ' αρνηθώ
μα εγώ δεν σ' απαρνιέμαι
Το σφύριγμα έβγαινε από το στύθος μου αργό και πικραμένο κοιτάζοντας τον ορφανό, τον τόπο .
Που πήγε μωρέ εκείνος ο κόσμος ;
Σήμερα δεν γλυκοσφύριζα όπως σφυρίζω καθε ημέρα ,σήμερα το σφύριγμα μου ήταν βαρύ και αργό σαν την κατάντια της ζωής μας . Φτάσαμε εδώ που φτάσαμε γιατί απαρνηθήκαμε την παράδοση μας . Ότι ήταν ελληνικό θεωρούταν αναχρονιστικό και ξεπεσμένο . Οτιδήποτε ερχόταν απ' έξω ήταν μοντέρνο σωστό . Έτσι μας είπαν κάποιοι και εμείς σαν λαός αγαθός και ευκολόπιστος τους πιστέψαμε .
Από τους νέους του χωριού μας μόνο ένας ασχολείται σοβαρά με αυτήν .Ένα παλικάρι που η αγάπη του για την πατρίδα και το δημοτικό τραγούδι τον έκανε να ασχοληθεί με την μουσική και να γίνει ερασιτέχνης οργανοπαίκτης . Σήμερα είναι ένας από τους καλύτερους κλαριντζήδες, αν και νέος ακόμη, το σίγουρο είναι ότι έχει πολλά να δώσει στην παράδοση μας . Αναφέρομαι στον Κώστα τον Λιάκο . Ένα καλό παιδί από μια ιστορική οικογένεια του χωριού μας που δεν ξεχνά εύκολα .
Κοίταξα τους άδειους πια δρόμους , οι μανάδες σήμερα κρατάνε τα παιδιά τους μέσα για να μην κρυώσουν . Στα χρόνια μας τέτοια μέρα θα ήμασταν όλοι στους δρόμους άσχετα αν ρίχνει χιόνι η αν κάνει κρύο ,θα ψάχναμε για φωλιές, θα μαλώναμε ,θα τσακωνόμαστε θα παλεύαμε θα ερωτευόμασταν σαν παιδία .
Κανείς δεν φοβόταν ότι θα χαθούμε αν και γυρίζαμε όλη μέρα από κορφούλα σε κορφούλα , από ρέμα σε ρέμα και από πηγή σε πηγή ,ξέραμε τι έχει η κάθε πέτρα από κάτω , δεν υπήρχε τόπος που να μην τον είχαμε πατήσει ,άλλωστε αυτός ήταν ο στόχος μας . Να πατάμε τα απάτητα .
Ο "μαύρος" μου έπαιζε με τις νιφάδες του χιονιού και εγώ πήρα τον δρόμο της επιστροφής στο μυαλό μου γύριζαν πολλά ,εικόνες και θύμησες από το παρελθόν .
Σάυτες τις ράχες τις ψηλές
λεβέντες μου που πάτε
σας βλέπει ο γεροτσέλιγκας
τα νιάτα του θυμάται
Τσέλιγκα γεροτσέλιγκα
του λεν δυο βλαχοπούλες
πόσες φορές ανέβηκες
σε τούτες τις ραχούλες
Πολλές φορές ανέβηκα
και σαν το λιοντάρι
μα τώρα πια εγέρασα
δεν είμαι παλικάρι
Το σφύριγμα δεν βγαίνει ,δεν το λεν τα χείλια. Η πίκρα έχει πνίξει την ψυχή μου λες και το χιόνι έχει κλέψει την ζεστασιά της.
Από το τροχόσπιτο παρακολουθούσα έναν μικρό μου φίλο, τον Κομπογγιάνο που έρχεται κάθε μέρα την ίδια ώρα και τρώει από το φαγητό που έχω βάλει για τις χήνες .

Όμορφος ,σβέλτος , και γρήγορος .
Χθες η φίλη μου η Όλγα «η κόρη του κενταύρου» έγραψε:
http://firiki.pblogs.gr/2012/01/o-mikros-kompogiannos-me-ton-kokkino-laimo.html
Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...
Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα.
Θυμήθηκα τα γραφόμενα της και της δανείστηκα τα παραπάνω . (Φαντάζομαι ότι μου επιτρέπεις κόρη του Κενταύρου )
Κάποτε ,κάθε πουλί , κάθε ζωντανό, κάθε πέτρα, κάθε λόφος, κάθε πυγή, κάθε βουνό και ένα μύθος ,έναν θρύλος , μια ιστορία ,ένα τραγούδι, ένας έρωτας από έναν λαό που ήξερε να ζει και να επιβιώνει.
Όλα αυτά χάθηκαν έτσι λες και ήταν καπνός λες και δεν υπήρξαν ποτέ . .... κρίμα .....
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
RSS:
8 RSS Feed για αυτό το θέμα
στις Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012 1:12 μμ:
Καλημέρα Λύκε ..Η παράδοση δεν πέθανε απόδειξη οτι με την σημερινή εγγραφή σου μας ξενάγησες σε τοπίο χιονισμένο με είκονες περιγραφικότατες .
στις Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012 2:19 μμ:
Η επιστροφή στις ρίζες είναι η μόνη λύση Στέλλα . Καλημέρα ..
στις Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012 3:10 μμ:
Μου εχει λειψει το χωριο Γιωργο και οι εικονες που περιγραφεις...
Και εχουμε τοσα ομορφα χωρια στην Φθιωτιδα!
στις Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012 6:15 μμ:
είσαι απο τους τυχερούς που ανήκεις σε κάποιο χωριό απόλαυσα την εγγραφή σου....με μετέφερες για λίγο στην όμορφη απλή ζωή..κάπως έτσι φανταζομαι να είμαι στο μέλλον!!!!
στις Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012 7:51 μμ:
Καλησπέρα πατριωτάκι . Και εγώ έλειπα τριάντα χρόνια γιαυτο και η περιγραφικότητα .Ναι πράγματι και τώρα με τα χιόνια είναι ακόμη ομορφότερα .
Να τα λέμε Βασίλη
στις Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012 7:53 μμ:
Τοχω υπόψιν μου φιλαράκι ... ποτέ δεν είναι αργά
στις Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012 1:01 πμ:
Το απόλαυσα πραγματικά το "πόνημά" σου Λυκόπουλο! ίσως επειδή έχουμε ίδια βιώματα... μεγάλωσα σε χωριό με όλες τις δραστηριότητές του... Σαρακατσάνα γαρ... αλλά όχι σαν αυτές τις "γιαλατζί"! έχω ζήσει τη ζωή των νομάδων... έχω πάει με το μουλάρι το ζεστό καρβέλι μέσα στον ντορβά στους γονείς μου που είχαν το κοπάδι στο βουνό! έχω πήξει τυρί πλειστάκις... (άλλο αν δεν τρώω φέτα!)... έχω θερίσει! κάθε απόγευμα συνόδευα τη μάνα μου στο άρμεγμα των προβάτων... που έβοσκα όταν έδινα πανελλήνιες!!! Είμαι περήφανη για την καταγωγή μου και για το χωριό μου, όπως κι εσύ! μέσα απ' αυτά τα βιώματα... γίναμε καλύτεροι άνθρωποι! Σ' ευχαριστώ για τις θύμησες!!!
)
στις Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012 4:01 πμ:
Παρακαλώ κυρία μου η τιμή είναι δικία μου ...
σαρακατσάνα
κόρη .... 
Το σχόλιο σας